Γεννημένη Ελεύθερη – Η Ιστορία της Λέαινας Έλσας

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest

… γράφει ο Στρατής Θεοφίλου

Μπορεί να εξημερωθεί ένα άγριο αιλουροειδές; Μπορεί να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους; Μα, πώς μια γάτα χαϊδεύεται στα πόδια σας και παίζει / κοιμάται μαζί σας; Κι όταν χρειαστεί να επιστρέψει στο περιβάλλον της, θα είναι πάλι ελεύθερη; Θα είναι αυτή η επιστροφή ανώδυνη; Πολλά ερωτήματα έχουν κουρνιάσει μέσα μου, από όταν ήμουν μικρός και είχα συγκλονιστεί με την ταινία που εξιστορούσε την πραγματική ιστορία της Έλσας της Λιονταρίνας, της γεννημένης ελεύθερης.

Από τη στιγμή που βρέθηκε μικρό λιονταράκι μέχρι το άδοξο τέλος της. Έζησε με τη Τζόι και τον Τζορτζ Άνταμσον και αποτέλεσε έμπνευση για να γράψει η Τζόι το βιβλίο «Born Free» (1960) που άγγιξε το Χόλιγουντ, έγινε ταινία (με ίδιο τίτλο, το 1966) και άνοιξε έναν νέο κόσμο, αυτόν της συνύπαρξης άγριων ζώων και ανθρώπων, αλλά και τον τρόπο να εξετάσουμε πιο βαθιά τη φύση των αιλουροειδών στον πλανήτη μας.

Από μικρός διάβαζα πολλά βιβλία για διάφορα ζώα και εξερευνήσεις. Ένα από αυτά που με σημάδεψε είναι αυτό το εξαιρετικό έργο, το «Γεννημένη Ελεύθερη». Το συνιστώ και στα παιδιά σας και σε ‘σας, αν και έχει καιρό να επανεκδοθεί στη χώρα μας. Για να σας βάλω όμως στο κλίμα του θέματος, ακούστε την ιστορία αυτών των προσώπων που την έζησαν στη άγρια σαβάνα της Κένυας.

Πώς ξεκίνησαν όλα

Η μητέρα της Έλσας σκοτώθηκε από τον Τζορτζ που την πυροβόλησε σε στιγμή αυτοάμυνας, στις αρχές του 1956. Δυστυχώς, μετά ανακάλυψε ότι του είχε επιτεθεί η λέαινα για να προστατεύσει τα τρία μικρά της, που ήταν εκεί κάπου κρυμμένα. Διασώζοντας τα νεαρά ζώα, ο Τζορτζ τα πήρε στο σπίτι του. Τα δύο μεγαλύτερα μωρά, η Λούστικα και η Εκλεκτή, αφού μεγάλωσαν λίγο, στάλθηκαν στον ζωολογικό κήπο του Ρότερνταμ, όπου κράτησαν το μικρότερο, και το ονόμασαν Έλσα. Διαβάζουμε στο βιβλίο: “Όταν φεύγαμε, η Έλσα έτρεχε πίσω από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια στάθηκε με την πιο θλιβερή έκφραση στα μάτια της, βλέποντας το αυτοκίνητο, στο οποίο απομακρυνόταν οι δύο αδελφές της”. Για αρκετό καιρό ήταν πολύ στεναχωρημένη. Η Τζόι ανέπτυξε στενό δεσμό με τη λιονταρίνα, την οποία μεγάλωσε με πολλή φροντίδα και αγάπη.

Οι προσπάθειες να αφεθεί ελεύθερη

Όλες αυτές οι προσπάθειές είχαν βέβαια σκοπό να επιστρέψει στην άγρια φύση κάποια στιγμή. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή απ’ την ταινία, όταν η λέαινα περπατά στην αφρικανική σαβάνα προς το ζεύγος που την ανέθρεψε. Είχε προσπαθήσει να εγκλιματιστεί στην άγρια ζωή. Καθώς τους πλησιάζει, βλέπουμε ότι το πείραμα δε λειτούργησε μάλλον. Ήταν αδυνατισμένη, πληγωμένη και καταβεβλημένη. Εμφανώς, οι τραυματισμοί της απέδειξαν στον Τζορτζ και στη Τζόι ότι δεν ήταν σε θέση να επιβιώσει στο φυσικό της περιβάλλον. Είχε εξοικειωθεί πολύ με την ανθρώπινη φροντίδα. Στην πραγματικότητα, η Έλσα δεν ήταν πλέον άγρια.

“Ήταν απαραίτητο να αφεθεί ελεύθερη;” – ρωτάει τη Τζόι ο Τζορτζ. “Είναι τόσο σημαντική η ελευθερία για ένα ζώο που να άξιζε το ρίσκο;”. “Ναι!”, υποστηρίζει με πάθος η γυναίκα του: “Γεννήθηκε ελεύθερη και έχει το δικαίωμα να ζει ελεύθερη!”.

Κι όμως, αυτή η νεαρή λιονταρίνα με «ανθρώπινους τρόπους» πλέον, προτιμούσε να κοιμάται με απλωμένα πόδια σαν γάτα στα κρεβάτια του σπιτιού των Άνταμσον, αντί για την αφρικανική γη και να παίζει ως ενήλικη με τη φίλη της, τη Τζόι, σαν κανονικό κατοικίδιο. Στη βόρεια συνοριακή περιοχή της Κένυας, στο πάρκο Μερού, μετά την αποστολή των αδελφών της στον ζωολογικό κήπο του Ρότερνταμ, η Έλσα ήταν σύντροφος για τον Τζορτζ στα εξερευνητικά σαφάρι, ταξιδεύοντας κατά μήκος της ξηρής λίμνης της ερήμου Τσάλμπι, στις ηφαιστειακές πλαγιές των βουνών Μαρτσαμπίτ και στις λευκές παραλίες της Κένυας. Αλλά πάντα ήταν αυτή που κατέληγε, στο τέλος της ημέρας, να αγκαλιάζει στοργικά τη Τζόι και να τρίβεται πάνω της σαν μια σπιτική γατούλα.

Οι προσπάθειες του ζευγαριού να διδάξουν στην Έλσα πώς να κυνηγάει και να επιβιώνει μόνη της ήταν τελικά επιτυχείς και επέστρεψε στην άγρια φύση, μετά από πολλές επίπονες προσπάθειες, βέβαια.

Η γέννα και το τέλος

Κάποια στιγμή, είχε καταφέρει να γεννήσει και αφού τα μικρά της λίγο μεγάλωσαν, η Έλσα τα έφερε στους Άνταμσον, να τα δείξει σαν υπερήφανη μητέρα. Τα μικρά ήταν τρία, ο Τζέσπα και ο Γκόπα, τα αγοράκια και ένα θηλυκό, η μικρή Έλσα.

Αλλά δυστυχώς, η Έλσα είχε αρρωστήσει, επειδή ήταν ένα ζώο σε ημιάγρια κατάσταση, κάτι που την έκανε ευάλωτη σε διάφορες λοιμώξεις. Όταν σήκωσε υψηλό πυρετό από μια αρρώστια που προκαλείται από τσιμπούρι (γνωστή ως babesiosis), μόνη της επέστρεψε στο ράντσο, τη στιγμή ακριβώς που ο Τζορτζ ήταν εκεί μόνος του. Η Τζόι είχε φύγει για λίγο στην Αγγλία. Η Έλσα πέθανε στην αγκαλιά του φίλου της, στην πόρτα του σπιτιού του στις 24 Ιανουαρίου του 1961.

Τα τρία μικρά παιδιά της μεγάλωναν και ήδη προκαλούσαν τη δυσαρέσκεια των τοπικών αγροτών. Οι Άνταμσον φοβόντουσαν ότι οι αγρότες θα μπορούσαν να σκοτώσουν τα μικρά, όμως κατάφεραν, τελικά, να τους μεταφέρουν στη γειτονική περιοχή στη λίμνη Τανγκανίκα, όπου τους είχαν υποσχεθεί ένα σπίτι στο Εθνικό Πάρκο Σερεγκέτι. Εκεί, κάποια στιγμή χάθηκαν τα ίχνη ενός από αυτά. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν εύκολη η παρακολούθηση της άγριας πανίδας. Τελικά, έπρεπε η Άνταμσον να αποφασίσει αν θα τα αφήσει οριστικά στην άγρια φύση. 

 “Η καρδιά μου θα είναι μαζί τους”, έγραψε η Τζόι, “θα είναι μαζί τους όπου κι αν βρεθούν. Καθώς έβλεπα τα μικρά, συνειδητοποίησα πως όλα τα χαρακτηριστικά τους ήταν απ’ το δικό μου κορίτσι. Πράγματι, σε κάθε λιοντάρι που έβλεπα κατά τη διάρκεια των αναζητήσεών μου, αναγνώριζα την εγγενή φύση της Έλσα, του Τζέσπα, του Γκόπα και της Μικρής Έλσα, το πνεύμα όλων των υπέροχων λιονταριών στην Αφρική, των ελεύθερων λιονταριών”.

Η συνέχεια της τραγωδίας

Η κληρονομιά της Έλσας συνεχίζεται σχεδόν εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό της. Εκτός από τα πολλά βιβλία, ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές που διηγούνται τη ζωή της, η Έλσα μνημονεύεται μέσω του Born Free Foundation – μιας οργάνωσης που στοχεύει στην προστασία των ζώων διεθνώς, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην προστασία των λιονταριών του Εθνικού Πάρκου Μερού, στην Κένυα, όπου η Έλσα πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Ο τάφος της βρίσκεται κάτω από μια γιγαντιαία συκιά στις όχθες ενός ποταμού και έγινε σύμβολο για το κίνημα διατήρησης της άγριας ζωής. Αλλά σήμερα, ο τάφος της δέχεται ελάχιστους έως καθόλου επισκέπτες.

Η Τζόι Άνταμσον δολοφονήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1980, σε τοποθεσία, όπου παρατηρούσε μια λεοπάρδαλη. Παρόλο που οι αρχές καταδίκασαν τελικά κάποιον, η αληθινή ιστορία πίσω από τον θάνατο της παραμένει μυστήριο. Θάφτηκε δίπλα στον τάφο της Έλσα στο Εθνικό Πάρκο Μερού, ενισχύοντας περαιτέρω τον εξαιρετικό δεσμό τους.

Δυστυχώς, η τραγωδία συνεχίστηκε, και το 1989 σκοτώθηκε σε ενέδρα (από λαθροθήρες πιθανότατα) και ο Τζορτζ Άνταμσον. Θάφτηκε στο Εθνικό Πάρκο Κόρα της βόρειας Κένυας, όπου είχε εργαστεί για να αποκαταστήσει αιχμάλωτες και ορφανές μεγάλες γάτες, με την ελπίδα ότι μια μέρα θα τις απελευθερώσει στην άγρια φύση. Θάφτηκε δίπλα στα λιοντάρια του, όπως πάντα ήθελε. Ήταν γνωστός και ως Μπάμπα Σίμπα (“Πατέρας των Λιονταριών”), ενώ οι προσπάθειές του για τη διατήρηση της άγριας ζωής και την απίστευτη ιστορία της Έλσα, της Λιονταρίνας, που μοιράστηκε αυτός και η Τζόι με τον κόσμο, θα μείνουν αξιομνημόνευτες.

Η ιστορία της Έλσας είναι μια απόδειξη για το γεγονός ότι όμορφα και αξιοθαύμαστα πράγματα μπορούν να συμβούν όταν άνθρωποι και ζώα μαθαίνουν να συνυπάρχουν ειρηνικά. Η σχέση των Άνταμσον με τη λιονταρίνα τους είναι μόνο μία από τις πολλές απίστευτες σχέσεις που έχουν αναπτύξει οι άνθρωποι με άγρια ζώα.

Η κληρονομιά της Έλσας είναι για να εμπνεύσει τους προστάτες της άγριας ζωής (κι εμάς ως απλούς ανθρώπους δηλαδή) να βοηθήσουν τα ζώα, ώστε εκείνοι που κάποτε γεννήθηκαν ελεύθεροι, να επιστρέψουν εκεί, που δικαιωματικά είναι η θέση τους και μόνο. Μαζί με τη διατήρηση του οικοσυστήματος, θα μπορούν και αύριο να βλέπουν οι άνθρωποι το πώς η φύση έχει προικίσει τον κόσμο μας με τη μεγαλειώδη ομορφιά και σοφία της.

Οι γεννημένοι ελεύθεροι έχουν αυτή την ανώτερη και μοναδική υποδούλωση και εξάρτηση που λέγεται αγάπη. Και μέσα από αυτή και μόνο, υπάρχει η πραγματική ελευθερία. Όλοι τους έζησαν και έσβησαν, υπό τους όρους που έθεσαν αυτοί. Και αυτός είναι και ο τρόπος ο μοναδικός που πρέπει να το ζήσουμε κι εμείς όλο αυτό, σε πλήρη εναρμόνιση με την ίδια τη φύση.

Υ.Γ.: Διαβάστε και την επιγραφή στον τάφο της Τζόι:

Ο άνεμος, ο άνεμος, το θεϊκό παιδί
θαυμάζει τη μοναχική πέτρα,
κολακεύει τη φεγγαρόλουστη νύχτα
όπου φυλάσσει ένα βαθύ μυστικό,
τον άνεμο, τον άνεμο, το θεϊκό παιδί,
πόσο σιωπηλός είναι ο δρόμος σου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ακόμη δεν με κάνατε Follow στο Facebook; Ποτέ δεν είναι αργά!