…γράφει ο Στρατής Θεοφίλου
Τη γνώρισα στα λαδάδικα, εκεί που “πουλάνε αυτό που θες”. Ερχόταν στο ξενοδοχείο, όπου δούλευα πού και πού και μου άφηνε πάντα γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Το όνομά της, Κατερίνα, δεν ξέρω πώς το έβγαλε, ίσως το πρώτο συνθετικό έκρυβε και την αγάπη της για τις γάτες. Τρανσέξουαλ ή τραβεστί ή δεν ξέρω τι άλλο – και δεν έχει και καμία μα καμία σημασία το πώς ονοματίζουν τους διάφορους ανθρώπους κάποιοι άλλοι. Δεν έβλεπε και ποτέ δεν εστίαζε σε κανένα άλλο πρόσωπο. Ακόμα και το βράδυ, στο αρχαιότερο, όπως λεν, επάγγελμα, και το δυσκολότερο ίσως, ήταν ανέκφραστη, με μια αυστηρά σχολαστική προσέγγιση στο καθήκον.
Αλλά την ημέρα, όταν έβγαινε με μια κανονική αθλητική φόρμα και τάιζε τις γάτες στα λαδάδικα, το πρόσωπό της, λες και είχε εκατομμύρια προβολείς επάνω του, φώτιζε και έλουζε τα πάντα γύρω του. Έβλεπες μια πανέμορφη γυναίκα να γονατίζει μπροστά στα κοκαλιάρικα, βρώμικα και άρρωστα πλασματάκια και έπαιρνε ένα μέρος από τον πόνο τους. Και γινόταν μια ιεροτελεστία εξαγνισμού όλη αυτή η επαφή, που όσοι την έχουν παρακολουθήσει και έχουν στοιχειώδη αίσθηση για το όμορφο και το ανθρώπινο, γονάτιζαν σιωπηλά μέσα τους και έπαιρναν αυτή την εικόνα, για όσο θα υπήρχε φως στον κόσμο – αυτό το φως που έλουζε και αυτό το πρόσωπο, το -ελάχιστα- πειραγμένο από κάποια πλαστική επέμβαση, που όμως δεν έπαυε να ήταν ένα φωτισμένο πρόσωπο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ιστορίες Γατίσιας αφοσίωσης
Οι υπόλοιποι, απλά, ή αγνοούσαν τα πάντα ή έσερναν ό,τι πιο χυδαίο και πρόστυχο κουβαλούσαν μέσα τους. Και ξαναναρωτιόσουν: μα πού έβρισκαν τόση κακεντρέχεια μέσα τους όλοι αυτοί; Ο φθόνος για κάτι που δεν αγγίζει καν τα υπάρχοντά σου, από πού πηγάζει;
Είχε και δύο από αυτές τις γάτες στο μικρό της διαμέρισμα, σε κάποιο υπόγειο εκεί κοντά. Και οι δύο ήταν με κάποια κουσούρια, όπως λένε στο χωριό μου. Η μία, η Φουντίτσα, με τρία πόδια, η άλλη, η Φωτεινή, σχεδόν τυφλή. Αυτό έδενε την παρέα σε μια ιερή φιλία με τις όποιες ιδιαιτερότητές τους. Αυτές οι πτυχές ήταν που έκαναν ακόμη πιο όμορφη αυτή τη γωνιά του σύμπαντος. Όταν και οι τρεις τους έλιωναν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, νόμιζες ότι έλιωνε όλο το τοπίο γύρω σου και ο χρόνος κυλούσε νωχελικά, σαν σταγόνες που αγνοούσαν τη βαρύτητα πεισματικά – και να έπεφταν, δε θα άκουγες το στάλαγμα, επ’ ουδενί.
Ένα βράδυ, στην πιάτσα των δικαστηρίων, εκεί που τα τακούνια της Κατερίνας έσβηναν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, κάπου κάτω απ’ τον Βαρδάρη, ακούστηκε έντονος σαματάς από φωνές και αλυχτά. Είχε ένα προαίσθημα για το τι συνέβαινε, αλλά σαν να μη ήθελε να πιστέψει στα αυτιά της.
Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Έστριψε λίγο πιο κάτω στους κάδους σκουπιδιών και είδε αυτό που φαντάστηκε εξαρχής. Τρεις άνδρες είχαν αφήσει ελεύθερα τον μεγάλο τους σκύλο και ακόμα έναν πιο μικρό και τα παρότρυναν να ορμήσουν σε μια ταλαίπωρη γάτα. Η Κατερίνα αμέσως άρχισε να φωνάζει να σταματήσουν και να πάρουν μακριά τα σκυλιά τους. Αυτοί γελούσαν, μέχρι που ο ένας βλέποντας ότι ο γάτος αποκρούει τις επιθέσεις των σκύλων, και αμυνόταν με πολύ θαρραλέο τρόπο, πήρε ένα καδρόνι και πλεύρισε τον γάτο απ τα πλάγια να τον ρίξει κάτω. Ο γάτος, παρότι χτύπησε στον κάδο, δε σταμάτησε ούτε στιγμή να υπερασπίζεται. Φαινόταν ήδη το αίμα του να έχει βάψει το κατάλευκο πρόσωπό του.
Αυτό που δεν περίμεναν τα ανδρείκελα ήταν την Κατερίνα, βγάζοντας πρώτα τα παπούτσια της, να ορμάει στα εξαγριωμένα σκυλιά με τέτοιο μένος, που τα ζώα σάστισαν. Ο μεγαλόσωμος, της άρπαξε το ένα πόδι. Ο πιο μικρός ρίχτηκε στην κοπέλα και κατάφερε να τη δαγκώσει αρκετές φορές σε διάφορα σημεία. Αλλά η φίλη μας είχε τέτοια παραφορά, που νόμιζες ότι θα έτρωγε ζωντανό οποιονδήποτε βρισκόταν μπροστά της εκείνη την στιγμή, αφού ορμούσε πάνω στα έκπληκτα ζώα σαν τίγρης. Ακριβώς σε αυτό το σημείο συνέβη κάτι απρόσμενο, κάτι ακατανόητο. Ο πληγωμένος γάτος, που είχε συνέλθει λίγο απ’ τις δαγκωνιές, όρμηξε και αυτός στα δυο σκυλιά. Όλοι πάγωσαν.
SUPER SOS
To βιβλίο του Τσίτσου “Τσίτσος, η γάτα που μιλούσε πολύ” κυκλοφόρησε και η 1η Έκδοση κοντεύει να εξαντληθεί
Ενισχύστε τον Τσίτσο και τις 170 Τσιτσόγατες παραγγέλνοντάς το από ΕΔΩ
Μέσα στη σύγχυση, ο μεγάλος ποιμενικός έμεινε αποσβολωμένος. Ο Μπουκόφσκι γράφει: «Οι γάτες προκαλούν δέος και κερδίζουν τον σεβασμό, έτσι όπως με πείσμα γαντζώνονται στη ζωή». Αλλά δεν ήταν μόνο η δικιά του ζωή. Ήταν μια αμυχή φωτός που έρεε μέσα στη νύχτα. Ήταν μια αδελφή ψυχή που έτρεξε να τον υπερασπιστεί. Ήταν το χρέος και η αξιοσύνη, που καθένα ζωντανό πλάσμα είχε μέσα του. Έτσι, τα πράγματα πήραν μια άγρια τροπή. Οι φερόμενοι ως άνδρες δε μάσησαν αυτή την συμπεριφορά. Ο ένας εξ αυτών έβγαλε ένα μαχαίρι μέσα απ’ το μπουφάν του. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή και όρμηξε πλαγίως στην Κατερίνα. Κατάφερε ένα χτύπημα στα πλευρά. Ακούστηκε σαν να έσκαγε μπαλόνι.
-Τι έκανες ρε μαλάκα; Φώναξε ο δεύτερος.
-Μια τραβέστο είναι ρε πούστη, μας έκανε ρεζίλι. Απάντησε ο δράστης.
-Πάμε να φύγουμε γρήγορα πριν έρθουν οι μπάτσοι.
Η Κατερίνα έμεινε αρκετή ώρα όρθια. Φάνηκε σαν ώρα. Αλλά ήταν ίσα ίσα λίγα δευτερόλεπτα. Κάποια στιγμή σωριάστηκε. Στο πλακόστρωτο φάνηκε μια πηχτή σκιά. Ήταν το αίμα που χυνόταν ανάμεσα στη πέτρα και στο χώμα. Ο γάτος δεν έφυγε (προτάσεις για όμορφα αρσενικά ονόματα γάτων). Αντιθέτως, έκατσε πίσω απ την πλάτη της Κατερινιώς, λες και ήταν το μόνο σημείο που είχε σε αυτό το άγριο κόσμο λίγη γαλήνη. Έτσι ήταν, και το γνώριζαν και οι δυο τους. Έστριψε το χέρι της να τον χαϊδέψει. Ακούστηκε κάτι σαν γουργουρητό, αλλά τόσο αδύναμα, ίσα ίσα σαν να έλεγε η τύρβη έλαβε τέλος. Είχε χάσει και αυτός αρκετό αίμα. Κι όμως είχε κερδίσει μια μάχη.
Για αυτόν οι μάχες ήταν καθημερινή εξισορρόπηση σε ένα ασταθές και αβέβαιο παρόν. Από σκουπιδοτενεκέ σε κάδο, πάντα θα έβρισκε κάτι να είναι απέναντί του, εχθρικό και αφιλόξενο. Από τότε που γεννήθηκε δεν έπαψε να δίνει μάχες, ακόμα και στη σκιά μιας συκιάς, στα εγκαταλελειμμένα σπίτια, αόρατες φιγούρες λες και κατοικούσαν ακριβώς στα αγαπημένα του λαγούμια, δεν του άφηναν να ηρεμήσει. Αυτή τι στιγμή όμως ένα χέρι με σπασμένο μανικιούρ είχε εισχωρήσει στη πληγωμένη γούνα του και απαλά τον θώπευε σαν θαλασσινό αεράκι. Είχε εντελώς παραδοθεί σε αυτή του μάχη, η μόνη που ηθελημένα έχανε. Το χέρι όμως κάποια στιγμή χαλάρωσε.
Ο γάτος το κατάλαβε και ζύγωσε με τη μουσούδα να το σηκώσει. Δεν τα κατάφερε. Μετά σηκώθηκε ο ίδιος, κάτι μουρμούρησε, σήκωσε την ουρά. Έσυρε το κορμάκι του πάνω στο στήθος της Κατερίνας. Έσπρωξε με τις δυο του πατούσες πάνω της σαν να ήθελε να μαλάξει την καρδιά της. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε η σειρήνα του ασθενοφόρου. Ευτυχώς ήταν εκεί κοντά ο ερυθρός σταυρός. Ο γάτος καθόταν εκεί μέχρι να χαθεί η σειρήνα εντελώς από το νυχτερινό ουρανό.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η συγκινητική ιστορία του Σεμιόν Νικολάγεβιτς
Η Κατερίνα στάθηκε τυχερή, όσο τυχερή μπορεί να θεωρηθεί σε αυτή τη ζωή. Μόλις σηκώθηκε απ το κρεβάτι προσπάθησε να πάει να βρει τον φίλο της. Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο. Η ίδια έφυγε από την πόλη λίγο αργότερα, προς άγνωστη κατεύθυνση. Σε αυτό το επάγγελμα οι μόνοι φίλοι που σου απομένουν είναι μερικές τρελές συναδέλφισσες και οι γάτες, το έλεγε αυτό αλλά με καθόλου παράπονο, παρά με μια δικαίωση για το δρόμο που είχε επιλέξει.
Όλα όσα σας αφηγήθηκα, είναι μέρος ενός πραγματικού κόσμου και άνετα θα μπορούσαν να ειπωθούν με λίγες λέξεις και από τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, σαν αυτές στο ποίημα του “Ταραγμένη ζωή, σαν τη φωτιά” (μετάφραση δικιά μου, συγχωρέστε με) –
«Αν ήμουν τόσο άντρας,
τόσο όσο αυτός ήταν γάτος,
Αν όλοι οι άντρες
ήταν σαν αυτόν,
ο κόσμος θα κινούσε
εμπρός.»