Η γάτα, το λαστιχάκι και οι χουρμάδες

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest

… γράφει η Έφη Καράμπα (από τις Ξιπασμένες Νοικοκυρές)

Απο το πρωί παλεύω να σώσω ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά κι ένα κουτί χουρμαδες! Δεν ειναι ζωή αυτή δηλαδή. 

Καταρχήν να σας πω ότι το γατί έχει ξεφύγει τελευταία. Την έχει δει πολυ μπος στο σπίτι και μας κάνει διαφορά καψόνια. Πεντέμιση η ώρα το πρωί -την αγανάκτηση μου μέσα- έκανε ενέδρες στο σαλόνι! Πάει και κρύβεται στις καρέκλες της τραπεζαρίας, κάτω από το τραπέζι και παραμονεύει τον εχθρό. Στην προκειμένη περίπτωση ο εχθρός ήταν το αγαπημένο μου και τελευταίο λαστιχάκι για τα μαλλιά μου που μου έχει απομείνει. 

Οι μικροί μου τα έχουν εξαφανίσει ολα. Τα παίρνουν και τα κάνουν σκουπίδια για τις σκουπιδιαρες τους. Ενιγουει, με το πρώτο σάλτο που δίνει το ψοφογατο ακούγεται ένα δυνατό γκραου απο την καρέκλα που μετακινήθηκε. Μετά απο ενάμιση λεπτό δεύτερο γκραου, στο τρίτο γκραου έχω πεταχτεί απο το κρεβάτι και κυνηγάω να το γδάρω και να πουλήσω το τομάρι του. «Θα σε σουβλίσω, θα σε γδάρω, θα σε δώσω στους κινεζους γειτονες να σε κάνουν σούπα» εξαπολύω εγω απειλες ενώ το σκ@το με το που με βλέπει αρχίζει να τρίβεται στα πόδια μου και να μου κάνει βλεφαριδιτσες του τύπου «Καλημερα μανουλιτσα μου. Τι θα μου βαλεις να φαω;»

Της ανοίγω ένα κονσερβακι σολομό. Το μυριζει, με κοιτάει με απαξίωση και γυρίζει να φύγει. «Που πας;» Της λέω εγώ. «Δεν πεινας;» Σταματάει και μου ρίχνει ένα βλέμμα του τύπου «Δεν θέλω σολομό. Σου έχω πει προτιμω την πάπια». «Δεν είχε πάπια» της λέω. «Φατο δεν θα πετάμε τις κονσέρβες!» Ειναι ήδη στο σαλόνι και κοιταει με νοσταλγία απο το παράθυρο σαν απόμαχος ναυτικός για να μου δημιουργήσει τύψεις. «Να φύγω. Να πάψω να σας ειμαι βάρος. Αφού δεν με αγαπάτε. Ούτε μια κονσέρβα πάτε πάπιας δεν αξίζω πχια!!!!» 

Τέλος πάντων αφού βεβαιώθηκε ότι με έχει ξυπνήσει για τα καλά και φτιάχνω ήδη καφε, ξαπλαρωνεται στην αγαπημένη μου πολυθρόνα και τραβάει ένα ροχαλητό ρε φίλε (σ.τ. Γιατί ροχαλίζει η γάτα) -να νομίζεις ότι πνίγεται. Εγώ καθισμένη σε μια γωνίτσα της πολυθρόνας κλαίω την μοίρα μου περιμένοντας τα μικρά να ξυπνήσουν. 

Και αρχίζει το καθημερινό πάρτι κι εγώ ψάχνω εναγωνίως το λαστιχάκι για τα μαλλιά μου -δεν έχω χειρότερο να πέφτουν τα μαλλιά μέσα στα μάτια μου- και δεν το βρισκω. Και ξαφνικά το βλέπω στα χέρια του Γιαννάκη και ορμάω επάνω του «ώπα φίλε αυτο ειναι δικό μου» και του το παίρνω. Και αρχίζει να κλαίει με τσιρίδες που του πήρα το «σκουπίδι» του και του εξηγώ αποφασισμένη ότι δεν πρόκειται να του το δώσω γιατί ειναι το τελευταίο. Το αφήνω πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να χτενιστώ και σαλτάρει ρε φίλε το γατί αρπάζει το λαστιχάκι και πάει και το αφήνει στα πόδια του Γιαννάκη και κυρία γυρίζει στην πολυθρόνα της. 

Μένω μ@λακ@σ εγώ και της λέω «ρε βρωμογατο τι κανείς; Γάτα εισαι. Δεν εισαι σκύλος να πηγαίνεις αντικείμενα!» Γυρίζει λοιπόν το γατί και μου κάνει ένα μακρόσυρτο νιαααααοοοουυυ του τύπου «όταν θα με πληρώνεται ως γάτα θα φέρομαι και ως γάτα. Προς το παρόν με τα κονσερβακια που μου παίρνεται μπορείτε μετά βίας να έχετε ένα βρωμοσκυλο. Δώσε στο παιδί το λαστιχάκι.» Ξαναπαίρνω το λαστιχάκι μου και παω στην κουζίνα να βαλω κάτι στο στομα μου – τον τελευταίο καιρό έχω φάει ένα κόλλημα με τους χουρμάδες. 

Τους τρώω πρωι, απόγευμα, μεσάνυχτα. Ότι να’ναι. Με το που ακούει το σακουλάκι να ανοίγει το γατί αρχίζει την κλάψα «δώσε έναν χουρμά βρε γρουσούζα. Πάπια δεν παιρνεις, λαστιχάκι δεν δίνεις. Δώσε χουρμά τουλάχιστον.» «Φύγε» της λέω. «Δεν κάνει να φας». Νομίζω ότι αυτο ήταν η χαριστική βολή. 

Όλη μέρα το γατί παραφυλάει ποτε θα αφήσω κάπου το λαστιχάκι των μαλλιών μου να πάει να μου το πάρει. Η που θα το παίζει μόνη της η’ που θα το δίνει στον Γιάννη. Εγώ το παίρνω απο τον Γιάννη για να το φορέσω, ο Γιάννης τσιρίζει και έτσι έχει πάει όλη η μέρα. 

Ώσπου το βράδι αγανακτισμένη πια μπαίνω στο παιδικό δωμάτιο για πολλοστή φορά να βρω το λαστιχάκι μου και ψάχνωντας μέσα στην σκουπιδιάρα βρισκω και αλλά δέκα λαστιχάκια μου, γυαλίζει το ματι μου και τα παίρνω ολα. Ο Γιάννης με κυνηγάει τσιρίζοντας να του τα δώσω πίσω, εγώ ανένδοτη μπαίνω στην κουζίνα και βρισκω το γατί να τρώει τους χουρμάδες πάνω στον πάγκο. Εντάξει, παραιτούμαι. Φεύγω. Ο Γιάννης πλησιάζει την Σκουντου. Εκείνη σταματάει το μασούλημα και τον βλέπει του τύπου «θέλεις χουρμά;»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ακόμη δεν με κάνατε Follow στο Facebook; Ποτέ δεν είναι αργά!